| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.910.276 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χαλασμένος |
0,02 sec. |
|
χαλασμένος kaputt χαλασμένος inoperative, out of order, broken, broken down χαλασμένος مُعَطّل χαλασμένος porouchaný χαλασμένος nedbrudt χαλασμένος averiado χαλασμένος hajonnut χαλασμένος tombé en panne χαλασμένος skrhan χαλασμένος crollato χαλασμένος 故障した χαλασμένος 부서진 χαλασμένος versleten χαλασμένος i stykker χαλασμένος zepsuty χαλασμένος quebrado χαλασμένος поврежденный χαλασμένος trasig χαλασμένος ทำให้แตกหัก χαλασμένος kırık χαλασμένος hỏng hóc χαλασμένος 出故障的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|