Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.910.276 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χαλασμένος

0,02 sec.
χαλασμένος kaputt
χαλασμένος inoperative, out of order, broken, broken down
χαλασμένος مُعَطّل
χαλασμένος porouchaný
χαλασμένος nedbrudt
χαλασμένος averiado
χαλασμένος hajonnut
χαλασμένος tombé en panne
χαλασμένος skrhan
χαλασμένος crollato
χαλασμένος 故障した
χαλασμένος 부서진
χαλασμένος versleten
χαλασμένος i stykker
χαλασμένος zepsuty
χαλασμένος quebrado
χαλασμένος поврежденный
χαλασμένος trasig
χαλασμένος ทำให้แตกหัก
χαλασμένος kırık
χαλασμένος hỏng hóc
χαλασμένος 出故障的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.