Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.644.191 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χαμηλός

0,03 sec.
χαμηλός low bas jos منخفض nízký lav niedrig bajo matala nizak basso 低い 낮은 laag lav niski baixo низкий låg ต่ำลง aşağı thấp 低的
επίθ α / θ / ουδ χαμηλός, χαμηλή, χαμηλό [xami'los, xami'li, xami'lo]
1 κοντός bas, basse
χαμηλό τραπέζι une table basse
2 μικρός bas
χαμηλός μισθός un bas salaire
αεροπορικά εισιτήρια σε χαμηλή τιμή des billets d'avion à bas prix/à prix réduits
3 σιγανός bas
μιλάω με χαμηλή φωνή parler à voix basse
σε χαμηλούς τόνους en sourdine
επίρρ χαμηλά [xami'la] bas
πέφτω πολύ χαμηλά tomber bien bas


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.