| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.944.013 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χαμηλώνω |
0,01 sec. |
|
|
χαμηλώνω lower abaisser, baisser micşora ينخفض snížit sænke senken bajar laskea spustiti abbassare 下げる 낮추다 laten zakken senke obniżyć abaixar спускать(ся) sänka ner ต่ำกว่า indirmek hạ thấp 降低
ρ αμετβ χαμηλώνω σκύβω se baisser Χαμήλωσε λίγο. Baisse-toi un peu. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|