Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.802.546 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χαράζω
(προωθήθηκε από χαράζει)

0,02 sec.
χαράζω inscribe, engrave يَنقُش vyrýt indgravere eingravieren grabar kaivertaa graver ugravirati incidere 彫る 조각하다 graveren gravere wyryć gravar гравировать gravera สลัก kazımak khắc 雕刻
ρ μετβ χαράζω [xa'razo]
1 με αιχμηρό αντικείμενο αφήνω σημάδι ή σχέδιο σε σκληρή ύλη graverinciser
Χάραξε το όνομά του σ' ένα κομμάτι ξύλο. Il a gravé son nom sur un morceau de bois.
2 γρατζουνίζω rayer
χαράζω το πάτωμα rayer le plancher
χαράζω πορεία
διαλέγω μελλοντική κατεύθυνση tracer son chemin
ρ απρόσ χαράζει [xa'razi] ξημερώνει le jour se lève


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.