| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.863.790 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χαρακτηριστικό |
0,02 sec. |
|
χαρακτηριστικό attribute, characteristic, feature, trait χαρακτηριστικό karakterizaĵo χαρακτηριστικό attribut, caractère, caractéristique, trait χαρακτηριστικό charakteristický, rys obličeje χαρακτηριστικό karaktertræk, træk χαρακτηριστικό Charaktereigenschaft, Gesichtszug χαρακτηριστικό característica, rasgo χαρακτηριστικό piirre χαρακτηριστικό karakteristika, odlika χαρακτηριστικό caratteristica χαρακτηριστικό 特徴, 顔立ち χαρακτηριστικό 특성, 특징 χαρακτηριστικό kenmerk χαρακτηριστικό kjennetegn, særpreg χαρακτηριστικό cecha χαρακτηριστικό característica, traço fisionómico, traço fisionômico χαρακτηριστικό характерная черта, черта χαρακτηριστικό egenskap χαρακτηριστικό ลักษณะหน้าตา, อุปนิสัย χαρακτηριστικό özellik χαρακτηριστικό đặc trưng, đường nét khuôn mặt Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|