| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.952.124 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χαρούμενος |
0,01 sec. |
|
|
χαρούμενος joyful, happy, gay, glad joyeux, content سعيد rád glad froh contento, feliz iloinen zadovoljan felice 嬉しい 기쁜 blij glad zadowolony contente, feliz довольный glad ดีใจ memnun vui mừng 高兴的 Щастлив שמח
επίθ χαρούμενος, χαρούμενη, χαρούμενο [xa'rumenos, xa'rumeni, xa'rumeno] που νοιώθει χαρά joyeux/-eusegai, gaie επίρρ χαρούμενα [xa'rumena] joyeusementgaiement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|