| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.952.309 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χαρτί |
0,03 sec. |
|
|
χαρτί paper, وَرَقة paper papir Papier paper papel paperi papier נייר papír kertas pappír carta 紙 종이 popierius papier ark, papir papier papel бумага papir papper กระดาษ kâğıt, kağıt папір giấy papír papir 纸 хартия
ουσ ουδ χαρτί [xar'ti] 2 παρόμοιο υλικό για άλλες χρήσεις papier χαρτί τουαλέτας papier toilette/hygiénique χαρτί περιτυλίγματος papier d'emballage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|