| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.077.571 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χαρτονόμισμα |
0,20 sec. |
|
χαρτονόμισμα banknote, bill, note billet, billet de banque وَرَقةْ مالية, وَرَقةْ نقدية bankovka pengeseddel Banknote billete, billete de banco seteli novčanica banconota 紙幣 지폐 bankbiljet pengeseddel, seddel banknot cédula, nota, nota de banco банкнота sedel ธนบัตร banknot, kağıt para giấy bạc 钞票 ουσ ουδ χαρτονόμισμα [xarto'nomizma] νόμισμα από χαρτί billet (de banque) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|