| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.059.984 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χασμουριέμαι |
0,01 sec. |
|
χασμουριέμαι badallar zívat, zívnout gabe gähnen yawn oscedi bostezar haukotella bâiller, bailler ásít geispa sbadigliare žiovulys žāvāties geeuwen, gapen ziewać, ziewnąć bocejar zívanie zehati gäspa зевать يِتَثَاءب zijevati あくびをする 하품하다 gjespe หาว esnemek ngáp 打哈欠 ρ μεσοπαθ χασμουριέμαι [xazmur'ʝeme] εκπνέω με ανοιχτό το στόμα από νύστα bâiller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|