| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.883.053 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χαϊδευτικός |
0,01 sec. |
|
χαϊδευτικός επίθ α / θ χαϊδευτικός, χαϊδευτική, χαϊδευτικό [xaiðefti'kos, xaiðefti'ci, xaiðefti'ko] που είναι σα χάδι caressant/-anteaffectueux/-euse χαϊδευτικά λόγια des mots caressants χαϊδευτικό (όνομα) τρυφερή παραλλαγή ονόματος diminutif επίρρ χαϊδευτικά [xaiðefti'ka] sur un ton caressantaffectueusement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|