| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.368.830 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χειροβομβίδα |
0,02 sec. |
|
χειροβομβίδα hand grenade, grenade grenade ουσ θ χειροβομβίδα [çirovom'viða] εκρηκτικός μηχανισμός που ρίχνεται με το χέρι grenade |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|