| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.007.022 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειροκροτάω |
0,01 sec. |
|
χειροκροτάω ρμετβ χειροκροτάω, χειροκροτώ [çirokro'tao, çirokro'to] χτυπάω τα χέρια μεταξύ τους προς ένδειξη ικανοποίησης applaudir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|