| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.960.885 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χειροπέδες |
0,01 sec. |
|
|
χειροπέδες القيود pouta håndjern Handschellen handcuffs esposas käsiraudat menottes lisice manette 手錠 수갑 handboeien håndjern kajdanki algemas наручники handklovar ที่ใส่กุญแจมือ kelepçe cái còng tay 手铐 белезници 手銬 אזיקים
ουσ θ πληθυντικός χειροπέδες [çiro'peðes] μηχανισμός ακινητοποίησης των χεριών menottes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|