| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.172.324 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειροποίητος |
0,02 sec. |
|
χειροποίητος handmade يَدوي ručně vyrobený håndlavet handgearbeitet hecho a mano käsintehty fait à la main ručno rađen artigianale 手製の 손으로 만든 zelfgemaakt håndlaget ręcznej roboty feito à mão сделанный вручную handgjord ที่ทำด้วยมือ el yapımı làm bằng tay 手工制作的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|