| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.055.064 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειροτερεύω |
0,02 sec. |
|
χειροτερεύω empirer deteriorate, impair, worsen يَجعله أسوأ zhoršit blive værre verschlimmern (sich) empeorar huonontua pogoršati peggiorare 悪化する 더 나쁘게 되다 verslechteren forverre(s) pogorszyć piorar ухудшать försämras ทำให้แย่ลง kötüleşmek trở nên xấu đi 恶化 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|