| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.612.217 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειρουργείο |
0,02 sec. |
|
χειρουργείο surgery, operating room, operating theatre غرفة عمليات operační sál operationsstue Operationssaal quirófano leikkaussali salle d’opération operaciona sala sala operatoria 手術室 수술실 operatiekamer operasjonssal sala operacyjna sala de operação, sala de operações операционная operationssal ห้องผ่าตัด ameliyat odası phòng mổ 手术室 ουσ ουδ χειρουργείο [çirur'ʝio] χώρος όπου γίνονται οι εγχειρήσεις salle d'opération Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|