| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.970.732 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειρουργικός |
0,01 sec. |
|
χειρουργικός surgical επίθ χειρουργικός, χειρουργική, χειρουργικό [çirurʝi'kos, çirurʝi'ci, çirurʝi'ko] σχετικός με χειρουργό ή χειρουργείο chirurgical/-ale ουσ θ χειρουργική η επιστήμη των χειρουργών chirurgie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|