| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.081.914 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειρωνακτικός |
0,03 sec. |
|
χειρωνακτικός manual manuel επίθ α / θ / ουδ χειρωνακτικός, χειρωνακτική, χειρωνακτικό [çironakti'kos, çironakti'ci, çironakti'ko] που δεν είναι διανοητικός manuel/-elle χειρωνακτική εργασία un travail manuel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|