Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.340.302 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χειρωνακτικός εργάτης

0,02 sec.
χειρωνακτικός εργάτης عَامِل
χειρωνακτικός εργάτης dělník
χειρωνακτικός εργάτης arbejder
χειρωνακτικός εργάτης Arbeiter
χειρωνακτικός εργάτης laborer, labourer
χειρωνακτικός εργάτης jornalero
χειρωνακτικός εργάτης työläinen
χειρωνακτικός εργάτης travailleur manuel
χειρωνακτικός εργάτης radnik
χειρωνακτικός εργάτης operaio
χειρωνακτικός εργάτης 労働者
χειρωνακτικός εργάτης 노동자
χειρωνακτικός εργάτης arbeider
χειρωνακτικός εργάτης arbeider
χειρωνακτικός εργάτης robotnik
χειρωνακτικός εργάτης trabalhador braçal, trabalhador manual
χειρωνακτικός εργάτης рабочий
χειρωνακτικός εργάτης arbetare
χειρωνακτικός εργάτης กรรมกร
χειρωνακτικός εργάτης işçi
χειρωνακτικός εργάτης người lao động
χειρωνακτικός εργάτης 劳工


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.