| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.482.381 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειρόγραφο |
0,04 sec. |
|
χειρόγραφο Handschrift, Manuskript manuscript, longhand manuskripto manuscript مخطوطة rukopis manuskript manuscrito käsin kirjoitettu teos rukopis manoscritto 原稿 원고 manuscript manuskript rękopis manuscrito манускрипт manus หนังสือที่เขียนด้วยลายมือ elyazması bản viết tay 手稿 ουσ ουδ χειρόγραφο [çi'roɣrafo] έγγραφο γραμμένο στο χέρι manuscrit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|