| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.304.214 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειρότερος |
0,02 sec. |
|
χειρότερος schlechter worse, worst plej malbona, pli malbona peor pire أسوأ horší værre huonompi gori peggiore 一層悪い 더 나쁜 slechter verre gorszy pior худший värre แย่ลง daha kötü xấu hơn 更坏的 επίθ α / θ / ουδ χειρότερος, χειρότερη, χειρότερο [çi'roteros, çi'roteri, çi'rotero] λιγότερο καλός pireο χειρότερος ο πιο κακός le/la plus mauvais/-aisele/la pis από το κακό στο χειρότερο de mal en pis τόσο το χειρότερο (γι'αυτόν) αρνητική κριτική απέναντι σε απόφαση κάποιου tant pis (pour lui) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|