| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.643.861 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χειρόφρενο |
0,01 sec. |
|
|
χειρόφρενο handbrake, emergency brake frein à main فرملة يَدّ ruční brzda håndbremse Handbremse freno de mano käsijarru ručna kočnica freno a mano ハンドブレーキ 수동 브레이크 handrem håndbrems ręczny hamulec freio de mão, travão de mão ручной тормоз handbroms เบรคมือ el freni phanh tay 手闸 ръчна спирачка
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|