| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.966.956 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χειρόφρενο |
0,02 sec. |
|
χειρόφρενο handbrake, emergency brake frein à main فرملة يَدّ ruční brzda håndbremse Handbremse freno de mano käsijarru ručna kočnica freno a mano ハンドブレーキ 수동 브레이크 handrem håndbrems ręczny hamulec freio de mão, travão de mão ручной тормоз handbroms เบรคมือ el freni phanh tay 手闸 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|