Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.577.869 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χλευάζω

0,06 sec.
χλευάζω bafouer, railler, se moquer
χλευάζω mock, sneer, scoff
χλευάζω posmívat (se), zesměšnit
χλευάζω håne, spotte
χλευάζω spotten, verspotten
χλευάζω burlarse, burlarse de, mofarse
χλευάζω pilkata
χλευάζω podrugivati se, rugati se
χλευάζω deridere, schernire
χλευάζω あざける
χλευάζω 모방하다, 비웃다
χλευάζω schrokken, spotten
χλευάζω håne, latterliggjøre
χλευάζω wyśmiewać, zadrwić
χλευάζω ridicularizar, troçar, zombar
χλευάζω förlöjliga, glufsa i sig
χλευάζω เยาะเย้ย, พูดเยาะเย้ย
χλευάζω alay etmek, alaya almak
χλευάζω chế giễu, coi thường
χλευάζω 嘲笑


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.