| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.577.869 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χλευάζω |
0,06 sec. |
|
χλευάζω posmívat (se), zesměšnit χλευάζω håne, spotte χλευάζω spotten, verspotten χλευάζω burlarse, burlarse de, mofarse χλευάζω pilkata χλευάζω podrugivati se, rugati se χλευάζω あざける χλευάζω 모방하다, 비웃다 χλευάζω håne, latterliggjøre χλευάζω ridicularizar, troçar, zombar χλευάζω высмеивать, насмехаться χλευάζω förlöjliga, glufsa i sig χλευάζω เยาะเย้ย, พูดเยาะเย้ย χλευάζω alay etmek, alaya almak χλευάζω chế giễu, coi thường χλευάζω 嘲笑 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|