| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.836.148 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χονδρικός |
0,01 sec. |
|
χονδρικός جملي velkoobchodní en gros Großhandels- wholesale mayorista tukku- en gros na veliko all’ingrosso 卸売りの 도매의 groothandel- en gros hurtowy por atacado, por grosso оптовый grossistförsäljning โดยการขายส่ง toptan satış bán buôn 批发的 επίθ α / θ / ουδ χονδρικός, χονδρική, χονδρικό [xonðri'kos, xonðri'ci, xonðri'ko] 1 πρόχειρος, χωρίς προσοχή στις λεπτομέρειες grossier/-èreapproximatif/-ive 2 για εμπορικά είδη σε μεγάλες ποσότητες de gros χονδρικό εμπόριο un commerce de gros επίρρ χονδρικά [xonðri'ka] en grosgrosso modo Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|