Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.543.956 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χοντρός
(προωθήθηκε από χοντρό)

0,02 sec.
χοντρός dick, fett, massig coarse, fat, thick, gross gros gordo سَمين tlustý fed lihava debeo grasso 太った 살찐 dik tykk gruby gordo толстый tjock อ้วน şişman béo 肥的
επίθ α / θ / ουδ χοντρός, χοντρή, χοντρό [xo'ndros, xond'ri, xon'dro]
1 παχύς gros, grosse
χοντρή γυναίκα une grosse femme
2 βαρύς épais/-aisse
χοντρή ζακέτα un gilet épais
3 μεγάλος gros
κομμένος σε χοντρά κομμάτια coupé en gros morceaux
4 άκομψος, κακόγουστος grossier/-ière
χοντρά αστεία des blagues grossières


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.