| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.464.257 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χοντρός |
0,01 sec. |
|
χοντρός dick, fett, massig coarse, fat, thick, gross gros gordo سَمين tlustý fed lihava debeo grasso 太った 살찐 dik tykk gruby gordo толстый tjock อ้วน şişman béo 肥的 επίθ α / θ / ουδ χοντρός, χοντρή, χοντρό [xo'ndros, xond'ri, xon'dro] 4 άκομψος, κακόγουστος grossier/-ière χοντρά αστεία des blagues grossières Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|