| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.660.808 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χορηγός |
0,01 sec. |
|
|
χορηγός sponsor mécène, sponsor راعي sponzor sponsor Sponsor patrocinador sponsori pokrovitelj sponsor 後援者 후원자 sponsor sponsor sponsor patrocinador спонсор sponsor ผู้อุปถัมภ์ finansör nhà tài trợ 赞助人, 赞助商 спонсор 贊助商
ουσ α/θ χορηγός [xori'ɣos] αυτός που στηρίζει οικονομικά ένα πρόγραμμα sponsor; commanditaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|