| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.661.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χορτοφάγος |
0,01 sec. |
|
|
χορτοφάγος vegetarian نباتي vegetarián vegetar Vegetarier vegetariano kasvissyöjä végétarien vegetarijanac vegetariano ベジタリアン 채식주의자 vegetariër vegetarianer wegetarianin vegetariano, vegetariana вегетарианец vegetarian คนที่กินแต่ผักเป็นอาหาร vejetaryen người ăn chay 素食者, 素食 素食
επίθ α/θ / ουδ χορτοφάγος, χορτοφάγο [xorto'faɣos, xorto'faɣo] 1 που δεν τρώει κρέας ή ψάρι végétarien/-iennevégétalien/-ienne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|