| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.668.459 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χρήση |
0,01 sec. |
|
|
χρήση usage, use, application, manipulation usage, utilisation استخدام užitek brug Verwendung uso käyttö uporaba uso 使用 사용 gebruik bruk użytek uso использование användning วิธีการใช้ kullanım việc sử dụng 用途, 使用 使用
ουσ θ χρήση ['xrisi] 1 χρησιμότητα utilité 2 χρησιμοποίηση usage; utilisation κάνω χρήση της εξουσίας μου£££ faire usage de son pouvoir Έκανε κακή χρήση των φαρμάκων του. Il a fait une mauvaise utilisation de ses médicaments. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|