| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.862.924 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χρήση |
0,04 sec. |
|
χρήση usage, use, application, manipulation usage, utilisation استخدام užitek brug Verwendung uso käyttö uporaba uso 使用 사용 gebruik bruk użytek uso использование användning วิธีการใช้ kullanım việc sử dụng 用途 ουσ θ χρήση ['xrisi] 1 χρησιμότητα utilité 2 χρησιμοποίηση usage; utilisation κάνω χρήση της εξουσίας μου£££ faire usage de son pouvoir Έκανε κακή χρήση των φαρμάκων του. Il a fait une mauvaise utilisation de ses médicaments. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|