| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.515.503 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χρειάζομαι |
0,01 sec. |
|
χρειάζομαι brauchen need, require bezoni necesitar avoir besoin de, nécessiter, avoir besoin precisar avea nevoie behoeven, nodig hebben يَحَتاج إلى potřebovat behøve tarvita trebati aver bisogno 必要とする 필요하다 trenge potrzebować нуждаться behöva ต้องการ gerek duymak cần phải 需要 ρ μεσοπαθ χρειάζομαι [xri'azome] 1 έχω ανάγκη avoir besoin χρειάζομαι χρήματα avoir besoin d'argent ρ απρόσ χρειάζεται [xri'azete] πρέπει, είναι ανάγκη être nécessaire Γιατί χρειάζεται να μείνω; Pourquoi est-il nécessaire que je reste? Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|