Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.515.503 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρειάζομαι
(προωθήθηκε από χρειάζεται)

0,01 sec.
χρειάζομαι brauchen need, require bezoni necesitar avoir besoin de, nécessiter, avoir besoin precisar avea nevoie behoeven, nodig hebben يَحَتاج إلى potřebovat behøve tarvita trebati aver bisogno 必要とする 필요하다 trenge potrzebować нуждаться behöva ต้องการ gerek duymak cần phải 需要
ρ μεσοπαθ χρειάζομαι [xri'azome]
1 έχω ανάγκη avoir besoin
χρειάζομαι χρήματα avoir besoin d'argent
Το σπίτι χρειάζεται βάψιμο. La maison a besoin d'être repeinte.
2 χρησιμεύω servir
Σε τι χρειάζεται το σκοινί; À quoi sert cette corde ?
ρ απρόσ χρειάζεται [xri'azete] πρέπει, είναι ανάγκη être nécessaire
Γιατί χρειάζεται να μείνω; Pourquoi est-il nécessaire que je reste?


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.