| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.304.345 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χρεοκοπώ |
0,01 sec. |
|
χρεοκοπώ ρ αμετβ χρεοκοπώ [xreoko'po] χάνω όλη μου την περιουσία faire faillite/banqueroute Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|