Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.980.448 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρεωκοπημένος

0,01 sec.
χρεωκοπημένος bankrupt, insolvent
χρεωκοπημένος banqueroute, ruiné
χρεωκοπημένος مُفلس
χρεωκοπημένος nesolventní
χρεωκοπημένος fallit
χρεωκοπημένος bankrott
χρεωκοπημένος en quiebra
χρεωκοπημένος vararikossa oleva
χρεωκοπημένος bankrotiran
χρεωκοπημένος fallito
χρεωκοπημένος 破産した
χρεωκοπημένος 파산한
χρεωκοπημένος failliet
χρεωκοπημένος konkurs
χρεωκοπημένος zbankrutowany
χρεωκοπημένος falido
χρεωκοπημένος неплатежеспособный
χρεωκοπημένος bankrutt
χρεωκοπημένος ล้มละลาย
χρεωκοπημένος müflis
χρεωκοπημένος phá sản
χρεωκοπημένος 破产


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.