| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.670.147 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χρεωμένος |
0,01 sec. |
|
|
χρεωμένος
επίθ α / θ / ουδ χρεωμένος, χρεωμένη, χρεωμένο [xreo'menos, xreo'meni, xreo'meno] που έχει κπ χρέος endetté/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|