Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.661.859 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρηματιστήριο

0,01 sec.
χρηματιστήριο stock exchange, stock market bourse البورصة, سُوق الأوراق المالية burza cenných papírů aktiemarked, børshandel Börse bolsa de valores, mercado de valores arvopaperipörssi, osakemarkkinat burza, tržište burzovnih papira Borsa Valori, mercato azionario 株式市場, 証券取引所 증권 거래소, 증권 시장 effectenbeurs aksjemarked, børs giełda papierów wartościowych, rynek papierów wartościowych bolsa de valores, mercado de acções, Mercado de ações фондовая биржа, фондовый рынок aktiemarknad, börs ตลาดหลักทรัพย์, ตลาดหุ้น borsa thị trường chứng khoán 证券交易所, 证券市场
ουσ ουδ χρηματιστήριο [xrimati'stirio]
ο οργανισμός όπου γίνονται επενδυτικές συναλλαγές bourse


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.