| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.019.387 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χρηματοδοτώ |
0,02 sec. |
|
χρηματοδοτώ finance يُمَول financovat finansiere finanzieren financiar rahoittaa financer financirati finanziare 資金を調達する 자금을 공급하다 financieren finansiere sfinansować financiar финансировать finansiera จัดหาเงินทุนให้ finanse etmek tài trợ 筹措资金 ρ μετβ χρηματοδοτώ [xrimatoðo'to] δίνω χρήματα για ένα σκοπό financer χρηματοδοτώ τις σπουδές κάποιου financer les études de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|