Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.233.115 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρησιμοποιώ

0,02 sec.
χρησιμοποιώ usar, utilitzar benutzen, gebrauchen, verwenden use, employ uzi usar, utilizar käyttää utiliser usare 使う, 使用する 사용하다, 쓰다 utor gebruiken usar, utilizar folosi использовать, употреблять använda dùng, lợi dụng, sử dụng, xài يَِستخدِم použít bruge rabiti bruke użyć ใช้ kullanmak 使用
ρ μετβ χρησιμοποιώ [xrisimopi'o]
1 μεταχειρίζομαι utiliser
Χρησιμοποιώ αυτοκίνητο για να πάω στη δουλειά μου. J'utilise la voiture pour aller au travail.
2 κάνω χρήση faire usage
χρησιμοποιώ βία faire usage de violence
3 εκμεταλλεύομαι se servir deprofiter de
Δε μ' αρέσει να με χρησιμοποιούν. Je n'aime pas qu'on se serve de moi.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.