| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.233.115 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χρησιμοποιώ |
0,02 sec. |
|
χρησιμοποιώ usar, utilitzar benutzen, gebrauchen, verwenden use, employ uzi usar, utilizar käyttää utiliser usare 使う, 使用する 사용하다, 쓰다 utor gebruiken usar, utilizar folosi использовать, употреблять använda dùng, lợi dụng, sử dụng, xài يَِستخدِم použít bruge rabiti bruke użyć ใช้ kullanmak 使用 ρ μετβ χρησιμοποιώ [xrisimopi'o] 1 μεταχειρίζομαι utiliser 2 κάνω χρήση faire usage χρησιμοποιώ βία faire usage de violence 3 εκμεταλλεύομαι se servir deprofiter de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|