Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.677.407 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρονική περίοδος

0,01 sec.
χρονική περίοδος سحر, فصل من فصول السنة
χρονική περίοδος období
χρονική περίοδος periode, semester
χρονική περίοδος Semester, Zeitabschnitt
χρονική περίοδος spell, term
χρονική περίοδος temporada, trimestre
χρονική περίοδος ajanjakso, lukukausi
χρονική περίοδος laps, trimestre
χρονική περίοδος period, polugodište
χρονική περίοδος periodo, trimestre
χρονική περίοδος 一時期, 学期
χρονική περίοδος 계속되는 기간, 학기
χρονική περίοδος periode, termijn
χρονική περίοδος periode, termin
χρονική περίοδος czary, semestr
χρονική περίοδος período
χρονική περίοδος промежуток времени, семестр
χρονική περίοδος stund, termin
χρονική περίοδος ช่วงเวลา, ภาคเรียน
χρονική περίοδος dönem
χρονική περίοδος học kỳ, một đợt
χρονική περίοδος 一段时间, 学期


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.