Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.677.830 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρονικό διάστημα

0,01 sec.
χρονικό διάστημα فترة وجيزة
χρονικό διάστημα chvíle
χρονικό διάστημα tid
χρονικό διάστημα Weile
χρονικό διάστημα while
χρονικό διάστημα rato
χρονικό διάστημα ajanjakso
χρονικό διάστημα moment
χρονικό διάστημα vrijeme
χρονικό διάστημα tempo
χρονικό διάστημα
χρονικό διάστημα 잠시
χρονικό διάστημα tijdje
χρονικό διάστημα stund
χρονικό διάστημα chwila
χρονικό διάστημα momento
χρονικό διάστημα время
χρονικό διάστημα stund
χρονικό διάστημα ชั่วขณะหนึ่ง
χρονικό διάστημα sırada
χρονικό διάστημα khoảng thời gian
χρονικό διάστημα 一会儿


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.