Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.668.149 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρονομερίδιο

0,02 sec.
χρονομερίδιο مُشاركة في الوقت
χρονομερίδιο sdílené vlastnictví
χρονομερίδιο timeshare
χρονομερίδιο Haus auf Timesharingbasis
χρονομερίδιο timeshare
χρονομερίδιο tiempo compartido
χρονομερίδιο vuorottelukäytössä oleva loma-asunto
χρονομερίδιο appartement en multipropriété
χρονομερίδιο suvlasništvo s vremenskim ograničenjem
χρονομερίδιο casa in multiproprietà
χρονομερίδιο 休暇施設の共同所有権
χρονομερίδιο 휴가시설의 공동 소유
χρονομερίδιο deeltijdeigenaarschap
χρονομερίδιο andelsleilighet
χρονομερίδιο dom we współwłasności
χρονομερίδιο time-share
χρονομερίδιο ที่พักที่คนซื้อและใช้ตามเวลาที่กำหนดในแต่ละปี
χρονομερίδιο devre mülk
χρονομερίδιο việc chia phiên sử dụng
χρονομερίδιο 分时享用


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.