Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.889.963 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρυσός

0,02 sec.
χρυσός злато gold, golden, bullion oro, dorado doré, or 金, 金製の złoto, złoty золото, золотой ذَهَبْ, ذَهَبِي zlato, zlatý guld, gylden Gold, golden kulta, kultainen zlatan, zlato dorato, oro 금, 금빛의 goud, gouden gull, gyllen dourado, ouro guld, gyllene เหมือนทอง, ทอง altın bằng vàng, vàng , 金色的
επίθ α / θ / ουδ χρυσός, χρυσή, χρυσό [xri'sos, xri'si, xri'so]
1 που είναι από χρυσό en or
χρυσά κοσμήματα des bijoux en or
2 πάρα πολύ καλός en or
χρυσή ευκαιρία une occasion en or
ουσ α χρυσός
πολύτιμο μέταλλο or


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.