| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.441.233 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χρυσός |
0,01 sec. |
|
χρυσός злато gold, golden, bullion oro, dorado doré, or 金, 金製の złoto, złoty золото, золотой ذَهَبْ, ذَهَبِي zlato, zlatý guld, gylden Gold, golden kulta, kultainen zlatan, zlato dorato, oro 금, 금빛의 goud, gouden gull, gyllen dourado, ouro guld, gyllene เหมือนทอง, ทอง altın bằng vàng, vàng 金, 金色的 επίθ α / θ / ουδ χρυσός, χρυσή, χρυσό [xri'sos, xri'si, xri'so] ουσ α χρυσός πολύτιμο μέταλλο or Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|