| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.945.639 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χρόνιος |
0,01 sec. |
|
χρόνιος chronic χρόνιος مزمن χρόνιος chronický χρόνιος kronisk χρόνιος chronisch χρόνιος crónico χρόνιος krooninen χρόνιος chronique χρόνιος kroničan χρόνιος cronico χρόνιος 慢性の χρόνιος 만성의 χρόνιος chronisch χρόνιος kronisk χρόνιος przewlekły χρόνιος хронический χρόνιος kronisk χρόνιος เรื้อรัง χρόνιος kronik χρόνιος kinh niên χρόνιος 慢性的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|