χρόνος time, year temps, an, année, durée Zeit tiempo время وَقْت čas tid aika vrijeme tempo 時間 시간 tijd tid czas tempo tid เวลา zaman thời gian 时间ουσ α χρόνος (χρόνια ['xroɲa] πληθυντικός ουδ; χρόνοι ['xro'ni] πληθυντικός α) ['xronos] 1 η διάρκεια των δώδεκα μηνών an; année 2 η διάρκεια που υπολογίζεται σε λεπτά, ώρες κ.λπ. temps 3 μονάδα μέτρησης ηλικίας an Πόσων χρονώνχρόνων είσαι; Quel âge as-tu? 4 η χρονική διάρκεια χωρίς υποχρεώσεις temps 5 χαρακτηριστικό των ρημάτων temps
Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας
|
|