Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.723.038 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χρόνος

0,02 sec.
χρόνος time, year temps, an, année, durée Zeit tiempo время وَقْت čas tid aika vrijeme tempo 時間 시간 tijd tid czas tempo tid เวลา zaman thời gian 时间
ουσ α χρόνος (χρόνια ['xroɲa] πληθυντικός ουδ; χρόνοι ['xro'ni] πληθυντικός α) ['xronos]
1 η διάρκεια των δώδεκα μηνών an; année
Πέρασε ένας χρόνος. Un an est passé déjà.
Περνούν τα χρόνια. Les années passent.
2 η διάρκεια που υπολογίζεται σε λεπτά, ώρες κ.λπ. temps
Πόσος χρόνος μας μένει; Combien de temps nous reste-t-il ?
3 μονάδα μέτρησης ηλικίας an
Πόσων χρονώνχρόνων είσαι; Quel âge as-tu?
Είμαι είκοσι χρονών. J'ai vingt ans.
4 η χρονική διάρκεια χωρίς υποχρεώσεις temps
έχω χρόνο avoir du temps
5 χαρακτηριστικό των ρημάτων temps
οι χρόνοι των ρημάτων les temps des verbes


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.