| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.686.789 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χτίζω |
0,02 sec. |
|
|
χτίζω bâtir, construire build, construct يَبْني postavit bygge bauen construir rakentaa graditi costruire 建てる ...을 짓다 bouwen bygge zbudować construir строить bygga สร้าง inşa etmek xây dựng 建造 לבנות
ρμετβ χτίζω, κτίζω ['xtizo, 'ktizo] 1 φτιάχνω οικοδομή construirebâtir χτίζω ένα σπίτι construire une maison 2 δημιουργώ construirebâtir χτίζω την καριέρα μου construire sa carrière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|