Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.691.439 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χτυπάω

0,01 sec.
χτυπάω
ρμετβ χτυπάω, χτυπώ [xti'pao, xti'po]
1 ρίχνω δυνατά το χέρι ή κπ αντικείμενο πάνω σε κτ frapper
χτυπάω την πόρτα frapper à la porte
2 δέρνω taper
Με χτύπησε στην κοιλιά. Il m'a tapé sur le ventre.
Τον χτυπούσαν ασταμάτητα. Ils le frappaient sans arrêt.
3 ανακατεύω battre
χτυπάω τα αυγά battre les œufs
4 καταπολεμώ combattre
χτυπάω το ρατσισμό combattre le racisme
5 επιτίθεμαι asséner un coup
χτυπάω κπ πισώπλατα asséner un coup dans le dos de qqn
6 προκαλώ ενόχληση, πόνο faire mal
Με χτυπάνε τα παπούτσια μου. Mes chaussures me font mal.
ρ αμετβ χτυπάω
1 πέφτω, τραυματίζομαι se faire mal
Χτύπησα στο γόνατο. Je me suis fait mal au genou.
2 βγάζω ήχο sonner
Χτυπάει το κουδούνι. On sonne (à la porte).


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.