| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.327.939 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χτυπάω |
0,03 sec. |
|
χτυπάω ρμετβ χτυπάω, χτυπώ [xti'pao, xti'po] 1 ρίχνω δυνατά το χέρι ή κπ αντικείμενο πάνω σε κτ frapper χτυπάω την πόρτα frapper à la porte 2 δέρνω taper Τον χτυπούσαν ασταμάτητα. Ils le frappaient sans arrêt. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|