| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.691.439 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χτυπάω |
0,01 sec. |
|
|
χτυπάω
ρμετβ χτυπάω, χτυπώ [xti'pao, xti'po] 1 ρίχνω δυνατά το χέρι ή κπ αντικείμενο πάνω σε κτ frapper χτυπάω την πόρτα frapper à la porte 2 δέρνω taper Τον χτυπούσαν ασταμάτητα. Ils le frappaient sans arrêt. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|