| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.092.058 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χυδαίος |
0,03 sec. |
|
χυδαίος vulgar, ribald, scurrilous vulgaire سُوقي nekultivovaný vulgær vulgär vulgar rahvaanomainen vulgaran volgare 低俗な 저속한 vulgair vulgær wulgarny ordinário, vulgar вульгарный vulgär หยาบคาย kaba tục tĩu 粗俗的 επίθ α / θ / ουδ χυδαίος, χυδαία, χυδαίο [çi'ðeos, çi'ðea, çi'ðeo] επίρρ χυδαία grossièrementvulgairement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|