| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.693.191 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χυδαιότητα |
0,01 sec. |
|
|
χυδαιότητα
ουσ θ χυδαιότητα [çiðe'otita] ο πρόστυχος τρόπος vulgarité; grossièreté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|