Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.097.372 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χωματερή

0,09 sec.
χωματερή landfill, rubbish dump
χωματερή مقلب النفايات
χωματερή skládka odpadků
χωματερή affaldsdynge
χωματερή Müllhalde
χωματερή vertedero de basuras
χωματερή kaatopaikka
χωματερή dépotoir
χωματερή smetlište
χωματερή discarica
χωματερή ごみ捨て場
χωματερή 쓰레기 수거장
χωματερή vuilstort
χωματερή søppelfylling
χωματερή śmietnisko
χωματερή depósito de lixo
χωματερή свалка
χωματερή soptipp
χωματερή ที่ทิ้งขยะ
χωματερή çöp döküm alanı
χωματερή chỗ đổ rác
χωματερή 垃圾堆


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.