| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.694.664 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χωράω |
0,01 sec. |
|
|
χωράω
ρμετβ χωράω, χωρώ [xo'rao, xo'ro] έχω ορισμένη χωρητικότητα (pouvoir) entrer Πόσα άτομα χωράει το αυτοκίνητό σου; Combien de personnes peuvent entrer dans ta voiture ? Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|