| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.471.520 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χωράω |
0,01 sec. |
|
χωράω ρμετβ χωράω, χωρώ [xo'rao, xo'ro] έχω ορισμένη χωρητικότητα (pouvoir) entrer Πόσα άτομα χωράει το αυτοκίνητό σου; Combien de personnes peuvent entrer dans ta voiture ? Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|