| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.630.873 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χωρίζω |
0,01 sec. |
|
χωρίζω separate, divide, part, break up يُجَزِأ rozpadnout (se) slå op abbrechen separarse erota se séparer raskinuti porre fine ばらばらにする 부수다 uit elkaar gaan bryte opp rozpaść się romper расформировать(ся) göra slut แตกแยก ayrılmak chia tay 打碎 ρ μετβ χωρίζω [xo'rizo] 1 βάζω χωριστά séparer ρ αμετβ χωρίζω [xo'rizo] 1 διακόπτω σχέση ή παίρνω διαζύγιο se séparerdivorcer Xωρίσαμε φιλικά. Nous nous sommes séparés amicalement. ρ μεσοπαθ χωρίζομαι [xo'rizome] se diviserse partager Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|