Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.530.606 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χωρίς στάση

0,01 sec.
χωρίς στάση بدون توقف
χωρίς στάση nepřetržitě
χωρίς στάση non-stop
χωρίς στάση durchgehend
χωρίς στάση non-stop
χωρίς στάση sin parar
χωρίς στάση yhtäjaksoisesti
χωρίς στάση sans arrêt
χωρίς στάση bez prestanka
χωρίς στάση ininterrottamente
χωρίς στάση 直行で
χωρίς στάση 쉬지 않고
χωρίς στάση non-stop
χωρίς στάση uten opphold
χωρίς στάση bez przerwy
χωρίς στάση sem parar
χωρίς στάση безостановочный
χωρίς στάση nonstop
χωρίς στάση ไม่หยุด
χωρίς στάση hiç durmadan
χωρίς στάση không ngừng
χωρίς στάση 不间断的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.